Μενού Ροή
Συνεχίζει ο “πονοκέφαλος” της ενέργειας για τις ΜμΕ - Ο αντίκτυπος στις ανατιμήσεις

Παρά την πτώση των τιμών, προβληματίζει έντονα το ενεργειακό κόστος τις μικρομεσαίες και τις μικρές επιχειρήσεις, όπως καταγράφεται από το Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ, στο καθιερωμένο από το Μάιο του 2009, Δελτίο Οικονομικού Κλίματος Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων, που δημοσιεύτηκε την Τετάρτη 27 Μαρτίου 2024. Αφενός, η ενέργεια έχει “ανεβάσει” το κόστος λειτουργίας της συντριπτικής πλειοψηφίας των επιχειρήσεων οδηγώντας σε ανατιμήσεις, ενώ το 7,5% δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις για λογαριασμούς ενέργειας, το τρέχων πρώτο εξάμηνο του 2024. Επίσης, ήδη, σε ένα ποσοστό σχεδόν 10% υπάρχει αδυναμία πληρωμών των χρεών από λογαριασμούς ενέργειας.

Όπως σημειώνει το ΙΝΕ ΓΣΕΒΕΕ, οι αρνητικές επιπτώσεις των ανατιμήσεων στο λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων είναι εμφανείς από το ποσοστό των επιχειρήσεων που ανέφερε εάν αυτό έχει αυξηθεί τα τελευταία 2 χρόνια, δηλαδή από την εκδήλωση της ενεργειακής κρίσης. Συγκεκριμένα, σχεδόν 9 στις 10 επιχειρήσεις δήλωσαν ότι το κόστος λειτουργίας τους αυξήθηκε. Μεσοσταθμικά, για αυτές τις επιχειρήσεις το κόστος λειτουργίας αυξήθηκε κατά 35%. Τομεακά, το λειτουργικό κόστος των εμπορικών επιχειρήσεων αυξήθηκε μεσοσταθμικά κατά 34,6%, στη μεταποίηση κατά 39,2% και στις υπηρεσίες κατά 33,1%.

Τέλος, στις επιχειρήσεις εστίασης το λειτουργικό κόστος αυξήθηκε μεσοσταθμικά κατά 46%.

Να σημειωθεί, δε, ότι το 24,7% των επιχειρήσεων δήλωσε ότι σκοπεύει να αυξήσει τις τιμές του, έναντι μόλις 3% που δήλωσε ότι θα τις μειώσει. Από τα επιμέρους στοιχεία, σχεδόν 1 στις 3 (30,8%) εμπορικές επιχειρήσεις εκτιμά ότι θα αυξήσει τις τιμές της, και το ίδιο εκτίμα περίπου 1 στις 5 στους τομείς της μεταποίησης (20,5%) και των υπηρεσιών (21,3%). 

Οι οφειλές

Σχετικά σταθερή, με βάση την έρευνα, παραμένει η κατάσταση αναφορικά με τα ποσοστά των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων με καθυστερημένες υποχρεώσεις. Αυτό σε γενικές γραμμές προκύπτει και από την τελευταία έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στην Βουλή (τρίτο τρίμηνο 2023), όπου οι οφειλέτες/ριες, στο τέλος Οκτωβρίου του 2023 μειώθηκαν κατά 163.111 πρόσωπα (φυσικά και νομικά) σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2022, με αποτέλεσμα ο αριθμός τους να διαμορφώνεται στους/ις 4.013.138 οφειλέτες/ριες. Η εν λόγω μείωση προέρχεται από τις χαμηλότερες κατηγορίες οφειλής και συγκεκριμένα από τις οφειλές από 50 μέχρι 10.000 €, με τον αριθμό τους να μειώνεται συνολικά κατά 186.826 πρόσωπα. Αντιθέτως, στις υπόλοιπες κατηγορίες οφειλής παρατηρείται αύξηση του αριθμού των οφειλετών/ριών με τη μεγαλύτερη, κατά 12.660 πρόσωπα, να καταγράφεται στο εύρος οφειλής από 10.000 έως 100.000 €. Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στα ασφαλιστικά ταμεία, αφού σύμφωνα με την προαναφερόμενη Έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, ο αριθμός των οφειλετών/ριών μειώθηκε κατά 66.311, φθάνοντας στο τέλος του τρίτου τριμήνου του 2023 στους/ις 2.296.099.

Ωστόσο, τα ποσοστά των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν προβλήματα στην καταβολή των υποχρεώσεών τους παραμένουν ιδιαίτερα υψηλά.

Ειδικότερα, το 30,6% των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων έχει τουλάχιστον 1 ληξιπρόθεσμη οφειλή, ποσοστό αυξημένο σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα που ήταν 27,2%.

Όπως φαίνεται στο Γράφημα 15, από τη μια μεριά οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις με 3 ή και περισσότερες ληξιπρόθεσμες οφειλές υποχωρούν στο 10,1% έναντι 12% που ήταν το προηγούμενο εξάμηνο, ενώ, από την άλλη μεριά, αυξημένα είναι τα ποσοστά των επιχειρήσεων με 2 καθυστερημένες υποχρεώσεις (7,4% έναντι 5,6% το προηγούμενο εξάμηνο) και με 1 ληξιπρόθεσμη οφειλή (13,1% έναντι 9,6% το προηγούμενο εξάμηνο).

grafima 15

 

Από τα επιμέρους στοιχεία, ο βαθμός υπερχρέωσης των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων δεν είναι ίδιος. Διαφοροποιείται ανάλογα με τον κλάδο και το μέγεθος των επιχειρήσεων. Οι επιχειρήσεις εστίασης φαίνεται πως αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα υπερχρέωσης, καθώς το 14,7% αυτών έχει τρεις ή και περισσότερες ληξιπρόθεσμες οφειλές. Έντονο πρόβλημα υπερχρέωσης αντιμετωπίζουν, επιπλέον, οι επιχειρήσεις χωρίς προσωπικό (13,2%) και οι επιχειρήσεις με ετήσιο κύκλο εργασιών έως 50.000 € (15,5%).

Όσον αφορά την κάθε κατηγορία υποχρεώσεων, τα ευρήματα της έρευνας είναι τα εξής:

•        το 12,2% των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων δήλωσε πως έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τον πρώην ΟΑΕΕ,

•         το 9,9% δήλωσε πως έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λογαριασμούς ενέργειας,

•        το 13,6% δήλωσε πως έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς προμηθευτές,

•        το 11,5% δήλωσε πως έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την εφορία,

•        το 6,9% δήλωσε πως έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές ενοικίου,

•        το 6,7% δήλωσε πως έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λοιπούς λογαριασμούς (νερό, τηλεφωνία κ.λπ.),

•        το 6,6% δήλωσε πως έχει ληξιπρόθεσμες τραπεζικές οφειλές,

•        το 4,2% δήλωσε πως έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το πρώην ΙΚΑ.

 

Σε ό,τι αφορά τις προβλέψεις των επιχειρήσεων σε σχέση με τη δυνατότητά τους να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους το πρώτο εξάμηνο του 2024 προκύπτει ότι:

·   το 9,7% των επιχειρήσεων δήλωσε ότι δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του προς τον πρώην ΟΑΕΕ,

·   το 8,9% δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις φορολογικές του υποχρεώσεις,

·   το 7,5% δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις για λογαριασμούς ενέργειας,

·   το 6,1% δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις ενοικίου,

·   το 5,9% δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις προς προμηθευτές,

·   το 4,6% δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις για λοιπούς λογαριασμούς,

·   το 4,2% δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις τραπεζικές του υποχρεώσεις,

·   το 3,5% δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του προς το πρώην ΙΚΑ. 

Το γενικό κλίμα

Όπως αναφέρει η έρευνα του ΙΝΕ της ΓΣΕΒΕΕ, ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, μετά τη σημαντική ενίσχυση που κατέγραψε το δεύτερο εξάμηνο του 2022 (69,5 μονάδες) και την ήπια υποχώρηση το πρώτο εξάμηνο του 2023 (66,7 μονάδες), υποχώρησε σημαντικά το δεύτερο εξάμηνο του 2023 στις 63,9 μονάδες. Το στοιχείο αυτό σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα ευρήματα της έρευνας υποδηλώνει ότι η κατάσταση των επιχειρήσεων μετά τη βελτίωση και σταθεροποίηση που παρουσίασε, τείνει προς επιδείνωση μάλλον λόγω των αβεβαιοτήτων που συνεχίζουν να υφίστανται και οι οποίες τροφοδοτούνται τόσο από το ρευστό οικονομικό περιβάλλον, όσο και από εφαρμοζόμενες πολιτικές που εντείνουν την ανασφάλεια των επιχειρήσεων, όπως, για παράδειγμα, ο νέος τρόπος τεκμαρτής φορολόγησης των ατομικών επιχειρήσεων (Γράφημα 1). Συμβαδίζει, επίσης, και με τα πρόσφατα στοιχεία για το ΑΕΠ, όπου καταγράφηκε επιβράδυνση της ανάπτυξης το τέταρτο τρίμηνο του 2023, αλλά και μικρότερη των εκτιμήσεων μεγέθυνση για όλο το έτος (2% έναντι 2,4% για το 2023). Αυτό, επίσης, αποτυπώνεται και στον δείκτη προσδοκιών των ΜμΕ, ο οποίος, μετά από 2 συνεχόμενα εξάμηνα ανόδου, υποχωρεί στις 63,9 μονάδες, το οποίο υποδεικνύει ότι οι επιχειρήσεις είναι λιγότερο αισιόδοξες για το μέλλον.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας