Μενού Ροή
EEEE 2024
Ενέργεια: Πλήγμα στη βιωσιμότητα των ΜμΕ στο εμπόριο - Πόσο επηρέασε τους τζίρους

Το ενεργειακό κόστος συνεχίζει να αποτελεί σοβαρό πλήγμα για τη βιωσιμότητά των μικρομεσαίων επιχειρήσεων καθώς διογκώνει το λειτουργικό τους κόστος.

Παράλληλα, η αβεβαιότητα από τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις επηρεάζει καθοδικά τις προοπτικές του κλάδου συνολικά όταν την ίδια στιγμή η στασιμότητα στον κύκλο εργασιών πλήττει περισσότερο τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις. 

Αυτά αναφέρουν, μεταξύ άλλων, οι συντάκτες   Ετήσιας Έκθεσης για το Ελληνικό Εμπόριο  το 2024, τονίζοντας ότι η έντονη αβεβαιότητα σε διεθνές επίπεδο  αναμένεται ότι θα οδηγήσει σε καθυστέρηση επενδυτικών σχεδίων για τις επιχειρήσεις   αλλά και σε ταυτόχρονη συγκράτηση των καταναλωτικών αναγκών  από την πλευρά των καταναλωτών.

ΕΕΕΕ

Η ενέργεια

Όπως αναφέρθηκε και στην ετήσιες εκθέσεις των προηγούμενων ετών, η ενεργειακή κρίση αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα αβεβαιότητας για την παγκόσμια οικονομία και για την καθημερινότητα των επιχειρήσεων. Η μεταβλητότητα των τιμών ενέργειας, η οποία εντάθηκε μετά την πανδημία του COVID-19 και κορυφώθηκε μετά την 24η Φεβρουαρίου 2022 και την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του κόστους για τις επιχειρήσεις και την ενίσχυση του πληθωρισμού, ο οποίος μείωσε (και συνεχίζει σε ένα μικρότερο βαθμό να μειώνει) το βιοτικό επίπεδο των νοικοκυριών. 

Στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αναφέρεται στην Έκθεση, ελήφθησαν μέτρα τόσο για την πλευρά της ζήτησης όσο και για αυτήν της προσφοράς. Συνεπώς, εκτός από τις στρατηγικές εξοικονόμησης, η συζήτηση γύρω από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας εξελίχθηκε σε βασικό πυλώνα της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής. 

Παράλληλα, το αυξημένο ενεργειακό κόστος και η συγχρόνως αναγκαία προετοιμασία για την πράσινη μετάβαση ασκούν ισχυρές πιέσεις στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Ιδιαίτερα, λόγω της απουσίας οικονομιών κλίμακας, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις φαίνεται να πλήττονται περισσότερο σε σχέση με τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τα δεδομένα από την έρευνα του ΙΝΕΜΥ-ΕΣΕΕ, διαπιστώνεται ότι η ενεργειακή κρίση έχει σημαντική επίδραση στον κύκλο εργασιών των εμπορικών επιχειρήσεων. Η άμεση ή έμμεση επίδραση της αύξησης του ενεργειακού κόστους έχει προκαλέσει μια σειρά από σοβαρές συνέπειες. 

Η ακτινογραφία

Όπως φαίνεται, ο κύκλος εργασιών των περισσότερων εμπορικών επιχειρήσεων (περίπου 92%) έχει επηρεαστεί αρνητικά από τις αυξήσεις του ενεργειακού κόστους. Περισσότερες από τρεις στις δέκα επιχειρήσεις (31,3%) έχουν υποστεί σημαντική επίδραση, ενώ περίπου δύο στις τρεις επιχειρήσεις (64,1%) έχουν πληγεί σε μεγάλο βαθμό από την κλιμάκωση των τιμών ενέργειας. Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι μόλις το 4,6% των επιχειρήσεων αναφέρει ότι ο κύκλος εργασιών τους έχει επηρεαστεί ελάχιστα ή καθόλου από τον πληθωρισμό. 

Συνεπώς, μπορούμε να συμπεράνουμε, όπως τονίζεται,  ότι ο αντίκτυπος της ενεργειακής κρίσης στον κύκλο εργασιών των εμπορικών επιχειρήσεων φαίνεται να έχει υποστεί σημαντικές μεταβολές μεταξύ του 2023 και του 2024, καθώς την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι παρατηρήθηκε μεγαλύτερο ποσοστό εμπορικών επιχειρήσεων που δήλωναν ότι είχαν επηρεαστεί ελάχιστα (13%) ή καθόλου (1,3%). 

Το εγχείρημα της αποτίμησης της βαρύτητας των αρνητικών επιπτώσεων από το αυξημένο ενεργειακό κόστος δεν είναι μια εύκολη άσκηση. Όμως, όπως αναφέρεται, παρατηρείται ότι το 7,2% των επιχειρήσεων εκτιμά ότι οι αυξήσεις στο κόστος ενέργειας έχουν επηρεάσει τον κύκλο εργασιών τους κατά ποσοστό μεταξύ 1% και 5%. 

Επιπλέον, το 30,5% θεωρεί ότι η επίπτωση κυμαίνεται μεταξύ 6% και 10%, ενώ το 18,1% αναφέρει ότι οι αυξήσεις έχουν επηρεάσει τον κύκλο εργασιών τους σε ποσοστό από 11% έως 20%. Παράλληλα, περίπου το 6,5% εκτιμά ότι οι ανατιμήσεις έχουν επιδράσει στον κύκλο εργασιών τους σε ποσοστό μεταξύ 21% και 30%, ενώ το 3,8% αναφέρει ότι η επίδραση κυμαίνεται από 31% έως 50%. Το 32,9% καταγράφει επίπτωση από 51% έως 60%. Τέλος, το 1% δηλώνει ότι η αρνητική επίδραση ξεπερνά το 60%. Η ανάλυση των αποτελεσμάτων αποκαλύπτει σημαντικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με το 2023, αναδεικνύοντας την αυξημένη ένταση των αρνητικών επιπτώσεων των ανατιμήσεων του ενεργειακού κόστους. 

Πιο συγκεκριμένα, στην κλίμακα του 6%- 10%, φέτος το 30,5% των επιχειρήσεων αναφέρει ότι ο κύκλος εργασιών τους έχει επηρεαστεί σε αυτό το ποσοστό, ενώ πέρσι το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 18,3%. Αυτή η αύξηση υποδηλώνει μια πιο ισχυρή επίδραση, σε σχέση με την περσινή χρονιά, όταν οι επιχειρήσεις παρουσίαζαν πιο ήπιες επιπτώσεις. Αξιοσημείωτη είναι η μείωση των εμπορικών επιχειρήσεων που δηλώνουν επίπτωση από 11% έως 50%, με τα ποσοστά για το 2024 να είναι μικρότερα σε σχέση με το 2023. Το 2023, τα ποσοστά στις κλίμακες 11%-20%, 21%-30% και 31%-50% κυμαίνονταν αντιστοίχως στα 22,4%, 23%, 9,3% και 9,6% του αριθμού των επιχειρήσεων, ενώ φέτος τα ποσοστά αυτά είναι αισθητά μειωμένα, γεγονός που δείχνει μια ασυμμετρία των επιπτώσεων μεταξύ των εμπορικών επιχειρήσεων.

Η αύξηση του κόστους

Επιπλέον, το 32,9% των επιχειρήσεων αναφέρει ότι έχει αυξηθεί το κόστος ενέργειας κατά 51%-60%, αναλογία που αναδεικνύει και το σημαντικό βαθμό επιρροής των επιχειρήσεων από όλες αυτές τις ανατιμήσεις, ενώ το αντίστοιχο περυσινό στην ίδια κλίμακα κυμαινόταν στο 4,5%. Αυτή η αύξηση υποδεικνύει ότι σχεδόν μία στις τρεις εμπορικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν πλέον πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες σε σύγκριση με πέρυσι. Αυτές οι διαφοροποιήσεις αποκαλύπτουν όχι μόνο την κλιμάκωση της ενεργειακής κρίσης αλλά και την ολοένα και πιο έντονη πίεση που δέχονται οι εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να επηρεάζει τις οικονομικές τους επιδόσεις σε αυξανόμενο βαθμό.

Επίσης η έκθεση καταγράφει αύξηση των τιμών αγοράς από τους προμηθευτές σε διάφορα επίπεδα επιβάρυνσης. Ξεκινώντας από το 1% έως 5%, περίπου το 7,1% των επιχειρήσεων αναφέρει αυξήσεις σε αυτό το εύρος. Ακολουθούν οι αυξήσεις μεταξύ 6% και 10%, οι οποίες καταγράφονται στο 30,2% των επιχειρήσεων. Στη συνέχεια, το 16,2% των επιχειρήσεων αντιμετωπίζει αυξήσεις της τάξης του 11% έως 20%. Στην κλίμακα του 21% έως 30%, οι αυξήσεις αφορούν το 3,4% των επιχειρήσεων. Ακολουθούν οι αυξήσεις από 31% έως 50%, οι οποίες επηρεάζουν μόλις το 1,3% των επιχειρήσεων. 

Με βάσει τα ευρήματα αποκαλύπτονται σημαντικές διαφοροποιήσεις στην ένταση των αυξήσεων τιμών σε σύγκριση με το 2023. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η αύξηση του ποσοστού των εμπορικών επιχειρήσεων που επηρεάζονται από αυξήσεις στην κλίμακα 51%-60%, οι οποίες το 2024 αγγίζουν το 41,6%. Η διαφοροποίηση σε σχέση με το 2023 είναι εξαιρετικά μεγάλη, καθώς το αντίστοιχο ποσοστό τότε ήταν μόλις 1% σημείο από το οποίο διαφαίνεται ότι το 2024 οι αυξήσεις εντάθηκαν σε μεγαλύτερο βαθμό. 

Σε αντίθεση με το 2023, οι κλίμακες αυξήσεων μεταξύ 11%-50% παρουσιάζουν συνολικά μικρότερη ένταση φέτος. Στο προηγούμενο διάγραμμα, παρατηρήθηκε ότι το 2023 οι επιχειρήσεις που ανήκαν στις κλίμακες αυτές παρουσίαζαν μεγαλύτερη κατανομή και ποσοστά, με τις αυξήσεις να είναι πιο κατανεμημένες σε μεγαλύτερο εύρος. Αντίθετα, το 2024, οι επιχειρήσεις που επηρεάζονται από αυξήσεις στο εύρος 11%-50% φαίνεται να μειώνονται σημαντικά, γεγονός που αντανακλά την ένταση των αυξήσεων στις υψηλότερες κλίμακες. Επίσης θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι διαφοροποιήσεις αυτές μπορεί να ερμηνευτούν από την πιθανή επιλογή κάποιων να αλλάξουν προμηθευτή ή χώρα προέλευσης, όπως αναφέρθηκε παραπάνω.

Ειδικότερα, το γεγονός ότι η κλίμακα 51%-60% επηρεάζει τόσο μεγάλο ποσοστό επιχειρήσεων, δείχνει ότι οι αυξήσεις δεν είναι πλέον απλώς συγκυριακές ή περιορισμένες σε μικρές επιχειρήσεις, αλλά πλήττουν ένα σημαντικό μέρος του εμπορικού τομέα. 

Πράσινες και ψηφιακές προκλήσεις

Οι επιχειρήσεις κλήθηκαν να αξιολογήσουν, χρησιμοποιώντας μια κλίμακα κρισιμότητας επτά βαθμίδων, όπου το 1 σημαίνει «καθόλου» και το 7 «πάρα πολύ», τη σημαντικότερη πρόκληση που αντιμετώπισε η επιχείρησή τους το 2024. Οι προκλήσεις που αξιολόγησαν οι επιχειρήσεις, όπως γίνεται τα τελευταία τρία χρόνια, κατατάσσονται σε δύο κατηγορίες: α) τις βραχυπρόθεσμες προκλήσεις (όπως η διαχείριση ανατιμήσεων, οι οικονομικές υποχρεώσεις, η ρευστότητα, η πρόσβαση στη χρηματοδότηση, το τέλος επιτηδεύματος, ο φόρος περιβάλλοντος, ο φόρος τεκμαρτού εισοδήματος και το ψηφιακό τέλος), οι οποίες συνδέονται με τη βιωσιμότητα της επιχείρησης και β) τις μακροπρόθεσμες προκλήσεις (όπως το κόστος του ψηφιακού μετασχηματισμού, η εύρεση κατάλληλου προσωπικού, η διαδοχή και το κόστος της πράσινης μετάβασης), οι οποίες, δυνητικά, μπορούν να μετασχηματίσουν την επιχείρηση.

Από τα αποτελέσματα της έρευνας προκύπτει ότι οι κυριότερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις σχετίζονται με την οικονομική πίεση και τις εξωτερικές μεταβολές των τιμών. 

Η διαχείριση των ανατιμήσεων (6) είναι η πιο επιβαρυντική πρόκληση, γεγονός που υποδηλώνει ότι η αύξηση του κόστους αγοράς προϊόντων αλλά και το ενεργειακό κόστος επηρεάζει έντονα τη λειτουργία των επιχειρήσεων. Αμέσως μετά, οι οικονομικές υποχρεώσεις (5,8) και η ρευστότητα (5,5) αποτελούν βασικά προβλήματα, δείχνοντας ότι πολλές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις οικονομικές τους δεσμεύσεις και να εξασφαλίσουν επαρκή κεφάλαια για τη βιωσιμότητά τους. 

Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, η έλλειψη ρευστότητας συνδέεται άμεσα με τις αυξημένες τιμές και τις δυσκολίες πρόσβασης σε χρηματοδότηση. 

Το κόστος ψηφιακού μετασχηματισμού (3,8) κινείται σε μέτρια επίπεδα, καταδεικνύοντας ότι οι επιχειρήσεις αναγνωρίζουν την ανάγκη για τεχνολογική προσαρμογή. 

Η πρόσβαση στη χρηματοδότηση (3,5) φαίνεται να αποτελεί μέτρια πρόκληση συγκριτικά με τις υπόλοιπες προς διερεύνηση προκλήσεις, εύρημα που θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως ότι οι μικρότερες επιχειρήσεις λόγω του διαχρονικού αποκλεισμού τους από τα προγράμματα χρηματοδότησης δεν αναγνωρίζουν τη πρόσβαση στη χρηματοδότηση πλέον ως πρόκληση αλλά ως περισσότερο ως πρόβλημα, δεδομένων τόσο των κριτηρίων για την ένταξη τους, των δεσμεύσεων αλλά και εν τέλει της υπέρογκης φορολόγησης στην ίδια την χρηματοδότηση. 

Αντιθέτως, το κόστος της πράσινης μετάβασης (3,3) και η μεταβίβαση στην επόμενη γενιά (3,1) εμφανίζονται ως οι λιγότερο πιεστικές προκλήσεις. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι οι περισσότερες επιχειρήσεις δεν δίνουν προτεραιότητα σε επενδύσεις βιωσιμότητας ή στη διαδοχή τους, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση. Συνολικά, οι επιχειρήσεις φαίνεται να προσανατολίζονται περισσότερο στην αντιμετώπιση των άμεσων οικονομικών πιέσεων των βραχυπρόθεσμων προκλήσεων δηλαδή, όπως οι αυξήσεις τιμών, η ρευστότητα και οι φορολογικές υποχρεώσεις. Παράλληλα, θέματα όπως η πράσινη μετάβαση, η ψηφιακή ανάπτυξη και η διαδοχή τους στην επόμενη γενιά παραμένουν σημαντικά, αλλά δεν αποτελούν τις πιο πιεστικές ανάγκες στο παρόν στάδιο.

Η έκθεση

Συγκεκριμένα, η  Ετήσια Έκθεση  για το Ελληνικό Εμπόριο, της  Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας , η οποία  παρουσιάστηκε, χθες,  κατέδειξε ότι καταγράφονται δύο ταχύτητές και το 2024 στον κλάδο. Αφενός, οι μικρές επιχειρήσεις συνάντησαν μεγάλες δυσκολίες, ενώ οι “μεγάλοι” του κλάδου είχαν καλύτερες επιδόσεις. 

Όπως ανέφερε ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ Σταύρος Καφούνης περίπου 230 χιλιάδες εμπορικές επιχειρήσεις συνεισφέρουν  σχεδόν τα δυο στα πέντε ευρώ  που ισοδυναμούν με το 37,2% του συνολικού κύκλου εργασιών της οικονομίας. Σύμφωνα με τον ίδιο , ο υψηλός πληθωρισμός που προηγήθηκε την περασμένη διετία διόγκωσε σωρευτικά τις τιμές των τροφίμων γεγονός που εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να επιβαρύνει τα χαμηλότερα εισοδήματα επηρεάζοντας αρνητικά τη ζήτηση για τα άλλα καταναλωτικά προϊόντα.  Οι μικρομεσαίες εμπορικές επιχειρήσεις στο λιανικό  εμπόριο αναμφισβήτητα δυσκολεύονται να αυξήσουν τον κύκλο εργασιών.  Η άνοδος των τιμών  των προμηθευτών διόγκωσε πρωτοφανή επίπεδα τα τελευταία εννέα χρόνια (36%) το ποσοστό των επιχειρήσεων που διέκοψαν τη συνεργασία τους με κάποιον προμηθευτή.

Σχεδόν οι μισές  λιανεμπορικές επιχειρήσεις (44%) δήλωσαν στασιμότητα του κύκλου εργασιών στα περυσινά επίπεδα ενώ περισσότερες από τις μισές (52%) δεν αναμένουν μεταβολή στο προσεχές μέλλον. Η διαχείριση των ανατιμήσεων, οι οικονομικές υποχρεώσεις, η έλλειψη ρευστότητας και η δυσκολία εύρεσης του κατάλληλου προσωπικού αξιολογούνται, κατά σειρά σπουδαιότητας, ως οι βασικότερες προκλήσεις των επιχειρήσεων. 

Μάλιστα  ο Πρόεδρος της ΕΣΕΕ κ. Σταύρος Καφούνης τόνισε ότι ολόκληρο το οικοσύστημα του κλάδου υφίσταται πιέσεις με τη ρευστότητα να περιορίζεται όλο και περισσότερο, ειδικά στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, υποχρεώνοντας αυτές να εστιάζουν περισσότερο στην επιβίωση παρά στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Επιπλέον ο ψηφιακός και ο πράσινος μετασχηματισμός κοστίζει για τις πιο ευάλωτες εμπορικές επιχειρήσεις περισσότερο από όσο μπορούν να αντέξουν στην παρούσα συγκυρία. Μάλιστα οι  εξελίξεις στην αγορά κατά το  ά τρίμηνο του 2025, μετά και τις απειλές περί επιβολής δασμών επιτείνουν τον προβληματισμό. Την παρουσίαση της έρευνας έκαναν οι : Δρ. Βάλια Αρανίτου, Επιστημονική Διευθύντρια Ινστιτούτου ΕΣΕΕ, Δρ. Χαράλαμπος Αράχωβας, Διοικητικός Διευθυντής Ινστιτούτου ΕΣΕΕ  και ο   Δρ. Μανόλης Μανιούδης, Συντονιστής Τμήματος Οικονομικής Ανάπτυξης Ινστιτούτου ΕΣΕΕ.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας