Οι εξαιρέσεις που δόθηκαν σε πολλά εμπορεύματα από τους αμοιβαίους δασμούς υποδηλώνουν ότι η κυβέρνηση Τραμπ είναι επιφυλακτική στο να δημιουργήσει περαιτέρω «τριγμούς» μεταξύ των τιμών των μετάλλων στις ΗΠΑ και τις διεθνείς τιμές ή/και να ρισκάρει να αυξήσει τις τιμές της βενζίνης, επισημαίνει η Capital Economics.
Όπως σημειώνει ο οίκος, η risk-off στροφή στις χρηματοπιστωτικές αγορές μετά την «Ημέρα της Απελευθέρωσης» των ΗΠΑ και οι φόβοι για την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη αντικατοπτρίστηκαν σε απότομες πτώσεις των τιμών των εμπορευμάτων χθες. Οι τιμές της ενέργειας, ιδίως του πετρελαίου, επωμίστηκαν το μεγαλύτερο βάρος, καταγράφοντας ισχυρή βουτιά, αν και σίγουρα δεν βοήθησε και η είδηση ότι ο ΟΠΕΚ+ θα αυξήσει την παραγωγή περισσότερο από το αναμενόμενο από τον Μάιο. Τα βιομηχανικά και τα πολύτιμα μέταλλα κατέγραψαν επίσης πτώση, σημειώνει η Capital Economics.
Εξαιρώντας τις χθεσινές απότομες κινήσεις των τιμών, είναι αξιοσημείωτο ότι τα περισσότερα εμπορεύματα εξαιρέθηκαν από τους αμοιβαίους δασμούς της «Ημέρας της Απελευθέρωσης». Αυτό περιλαμβάνει εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου (τα οποία υπόκεινται ήδη σε δασμούς 25% του άρθρου 232), χαλκού και ξυλείας, και άλλων εμπορευμάτων που «μπορεί να υπόκεινται σε μελλοντικούς δασμούς του άρθρου 232», καθώς και του χρυσού, της ενέργειας και «άλλων ορυκτών που δεν είναι διαθέσιμα στις Ηνωμένες Πολιτείες». Αξίζει να σημειωθεί, όπως τονίζει ο οίκος, ότι η γλώσσα που χρησιμοποίησε η αμερικάνικη κυβέρνηση στις ανακοινώσεις της για τους δασμούς, παρουσιάζει ορισμένες βασικά σημεία αβεβαιότητας – κυρίως το πώς θα όριζε κανείς ότι κάτι είναι «διαθέσιμο» στις ΗΠΑ. Κάποια ορατότητα μπορεί ωστόσο να προκύψει με τον καιρό.
Σε κάθε περίπτωση, όπως τονίζει η Capital Economics, δύο βασικά σημεία αξίζει να αναφερθούν σε αυτό το στάδιο.
Πρώτον, οι εξαιρέσεις που δόθηκαν σε μια σειρά εμπορευμάτων αποκαλύπτουν την επιφυλακτικότητα από πλευράς Τραμπ να επιδεινώσει τις αυξήσεις των τιμών στις ΗΠΑ που σχετίζονται με τους δασμούς για κάποιο συγκεκριμένο προϊόν. Οι τιμές του χάλυβα, του αλουμινίου και του χαλκού στις ΗΠΑ έχουν αυξηθεί απότομα σε σχέση με άλλα benchmarks τους τελευταίους μήνες.
Πάντως, όπως σημειώνει η Capital Economics, αυτές οι εξαιρέσεις από τoυς αμοιβαίους δασμούς δεν θα βοηθήσουν στη μείωση αυτών των premium των τιμών βραχυπρόθεσμα. Στην πραγματικότητα, το γεγονός ότι το premium που καταβάλλεται για τον χαλκό στο χρηματιστήριο του COMEX σε σχέση με το LME εξακολουθεί να είναι «μόνο» 15% περίπου, υποδηλώνει ότι θα μπορούσε να αυξηθεί περαιτέρω βραχυπρόθεσμα.
Εντωμεταξύ, καθώς οι εγχώριοι παραγωγοί μετάλλων στις ΗΠΑ είναι απίθανο να είναι σε θέση να αυξήσουν γρήγορα την παραγωγή τους, τα premia πιθανότατα θα επιμείνουν – ιδιαίτερα για το αλουμίνιο και τον χαλκό. Ωστόσο, η αποφυγή αμοιβαίων δασμών θα πρέπει να επιβάλει τουλάχιστον ένα ανώτατο όριο στα spreads ίσο με το μέγεθος των δασμών του άρθρου 232 (σήμερα 25%), όπως επισημαίνει ο οίκος.
Δεύτερον, η εξαίρεση που δόθηκε στα ενεργειακά προϊόντα ταιριάζει με την προσέγγιση που ακολουθήθηκε με τις εισαγωγές πετρελαίου μέχρι στιγμής και τη σαφή επιθυμία του Τραμπ να αποφύγει την άνοδο των τιμών της βενζίνης. Αν και οι εισαγωγές πετρελαίου από τον Καναδά εξακολουθούν να υπόκεινται φαινομενικά σε δασμούς 10%, οι περισσότερες από αυτές τις ροές φαίνεται να έχουν εξαιρεθεί ως συμβατές με την εμπορική συμφωνία USMCA. Είναι σημαντικό, προσθέτει η Capital Economics, ότι οι εισαγωγές αργού πετρελαίου από τον Καναδά στις ΗΠΑ έχουν αυξηθεί τις τελευταίες εβδομάδες παράλληλα με τη μεγαλύτερη πίεση στη Βενεζουέλα και το Ιράν.
Συνολικά, τονίζει η Capital Economics, αν και τα εμπορεύματα δεν βρέθηκαν στο επίκεντρο της «Ημέρας της Απελευθέρωσης» του Προέδρου Τραμπ, θα μπορούσαν ωστόσο να επηρεαστούν στη συνέχεια, ανάλογα με τον τρόπο διαπραγμάτευσης και των αντιποίνων των χωρών, καθώς και του ευρύτερου αντίκτυπου που θα έχουν οι δασμοί στην αύξηση του παγκόσμιου ΑΕΠ.
Γενικά, ο οίκος πιστεύει ότι τα αντίποινα από άλλες κυβερνήσεις θα είναι περιορισμένα και, στην περίπτωση των εμπορευμάτων, ορισμένες χώρες θα μπορούσαν να είναι πρόθυμες να αγοράσουν μεγαλύτερες ποσότητες ενέργειας και γεωργικών προμηθειών των ΗΠΑ ως μέρος πιθανών διαπραγματεύσεων με την κυβέρνηση Τραμπ.
Τούτου λεχθέντος, αν και οι ΗΠΑ αντιστάθηκαν στην επιβολή δασμών στις εισαγωγές τους σε «ορισμένα ορυκτά», η κυριαρχία της Κίνας στον τομέα της δίνει μεγάλο πλεονέκτημα, επισημαίνει η Capital Economics. Ο προφανής κίνδυνος είναι ότι η Κίνα θα «σφίξει» περαιτέρω τους μη δασμολογικούς φραγμούς για τις εξαγωγές κρίσιμων ορυκτών στα οποία κυριαρχεί στην παραγωγή, συμπεριλαμβανομένων των σπάνιων γαιών, του γαλλίου, του γερμανίου και του αντιμονίου.