Την έντονη διαφοροποίηση του ηλεκτροπαραγωγικού μίγματος το 2022 επισημαίνει για το 2022 το ΙΕΝΕ σημειώνοντας παράλληλα ότι ο στόχος για διπλασιασμό της παραγωγής λιγνίτη δεν κατέστη εφικτός.
"Εκτός από τις αυξημένες εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας το 2022, υπήρξε σημαντική διαφοροποίηση του ηλεκτροπαραγωγικού μίγματος, σε σύγκριση με το 2021. Ένα από τα πλέον βασικά χαρακτηριστικά ήταν η υψηλότερη συμμετοχή των ΑΠΕ που έφτασε στο 34% (+4.0%) σε σχέση με το 2021, παράλληλα με τις υψηλότερες καθαρές εισαγωγές ηλεκτρισμού από τις γειτονικές χώρες (+4.0%). Μάλιστα, η σταδιακή άνοδος καταγράφεται εδώ και μια πενταετία, καθώς από περίπου 10,000 GWh που έδιναν οι ΑΠΕ (χωρίς τα νερά) το 2018, αυξήθηκαν σε 10,600 GWh το 2019, σε 13,700 GWh το 2020, σε 16,100 GWh το 2021 και έφτασαν τις 17,500 GWh το 2022."
Αυτό επισημαίνει επισημαίνει το Ινστιτούτο Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης σε αναλυτική έκθεσή του για την ενέργεια το 2022 προσθέτοντας ότι:
"Η εγκατεστημένη ισχύς από αιολικά το 2022 ξεπέρασε τα 4,681 MW, σε σύγκριση με τα 4,452 MW το 2021, ενώ αντίστοιχα η εγκατεστημένη ισχύς από φωτοβολταϊκά διαμορφώθηκε στα 5,466 MW το 2022, αρκετά υψηλότερα από τα 4,126 MW το 2021. Συνολικά, εγκαταστάθηκαν περίπου 1,700 MW νέων ΑΠΕ στην Ελλάδα το 2022 (συνολική εκτιμώμενη εγκατεστημένη ισχύς ΑΠΕ για το 2022: 10,624 MW), όταν εγκαταστάθηκαν περίπου 4,350 MW την περίοδο 2014-2021. Επίσης, το 2022 καταγράφηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα περικοπή στην έγχυση ενέργειας σταθμών ΑΠΕ, λόγω αδυναμίας του δικτύου διανομής να την απορροφήσει. Αυτό αποτελεί μία πολύ ανησυχητική εξέλιξη, καθώς οι αιτήσεις για νέες ΑΠΕ που εκκρεμούν (1,000 MW για φωτοβολταϊκά, αριθμός που αναμένεται να μειωθεί χάρη στα clusters που έχει δημιουργήσει ο ΔΕΔΔΗΕ) και για νέους σταθμούς αποθήκευσης έχουν κατά πολύ υπερκεράσει τις δυνατότητες των δικτύων μεταφοράς και διανομής να υποδεχθούν επιπλέον ισχύς εκτός από τις αυξημένες εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας το 2022, υπήρξε σημαντική διαφοροποίηση του ηλεκτροπαραγωγικού μίγματος, σε σύγκριση με το 2021."
Παράλληλα το ΙΕΝΕ αναφέρει ότι μπορεί σε ορισμένες χρονικές περιόδους οι ΑΠΕ να παρήγαγαν το 100% του απαιτούμενου ηλεκτρισμού αλλά αυτό περιορίστηκε μόνο σε δυο ημέρες και για πολύ συγκεκριμένο διάστημα, χωρίς να αποσυρθούν από το σύστημα οι μονάδες βάσης (λιγνίτης, φυσικό αέριο). Ουσιαστικά, οι ΑΠΕ δεν θα ήταν δυνατό να λειτουργήσουν χωρίς το απαιτούμενο base load που προσέφεραν κυρίως οι μονάδες φυσικού αερίου και δευτερευόντως ο λιγνίτης και οι εισαγωγές.
Η Παραγωγή Λιγνίτη το 2022
Αναφορικά με τον λιγνίτη, το ΙΕΝΕ αναφέρει ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός εξήγγειλε στις 6 Απριλίου του 2022 από την Κοζάνη, για λόγους εξασφάλισης της ενεργειακής ασφάλειας της χώρας, την αλλαγή πλεύσης στην ενεργειακή πολιτική και την επαναφορά του συγκεκριμένου καυσίμου στους σχεδιασμούς για το ενεργειακό ισοζύγιο της χώρας, όπως και τον διπλασιασμό της παραγωγής λιγνίτη για το 2022 (7). Στο πλαίσιο αυτό, η ΔΕΗ έχει ήδη προχωρήσει σε σημαντική αύξηση των επενδύσεων στον τομέα των ορυχείων, με την επιχείρηση να έχει θέσει ως στόχο την αύξηση κατά 50% της εξόρυξης λιγνίτη μέχρι το τέλος του 2022. Πριν την κρίση, η ΔΕΗ εξόρυσσε ετησίως περί τους 10.5 εκατ. τόνους λιγνίτη ετησίως (8), ενώ στο πλαίσιο της αύξησης αναμένεται να ξεπεράσει τα 15 εκατ. τόνους στην προσεχή διετία, με το επιπλέον κόστος της εξόρυξης να υπολογίζεται γύρω στα 50 εκατ. ευρώ, ανεβάζοντας τη συνολική δαπάνη της Επιχείρησης για τα ορυχεία στα €150 εκατ. Με τις αυξημένες ποσότητες λιγνίτη που θα εξορυχθούν, εκτιμάται ότι μπορεί να υπάρξει άνοδος άνω του 40% στην παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια από λιγνίτη.
Βέβαια, η παραγωγή των λιγνιτικών μονάδων δεν μπορεί να διπλασιαστεί από τη μία στιγμή στην άλλη, όταν μάλιστα πολλές εξ’ αυτών έχουν ήδη τεθεί εκτός λειτουργίας, ενώ οι εκσκαφείς σε πολλά ορυχεία έχουν παροπλιστεί. Αυτές που έχουν απομείνει λειτουργούν πάνω από τα όρια και συμπληρώνουν την ενεργειακή κάλυψη όπως και όσο μπορούν, ενώ πάντα καραδοκεί ο κίνδυνος βλάβης που θα δοκιμάσει τα όρια του συστήματος. Πάντως, το κενό από την παραγωγή λιγνίτη καλύφθηκε ως επί το πλείστον από τις μονάδες φυσικού αερίου, ενώ η αύξηση της λιγνιτικής παραγωγής στην τρέχουσα συγκυρία είναι συμφέρουσα καθώς οδηγεί σε περιορισμό των εισαγωγών του ακριβού φυσικού αερίου και άρα βελτιώνει το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ήδη καταγράφεται μικρή αύξηση στη συμμετοχή του λιγνίτη στο ενεργειακό ισοζύγιο της χώρας. Η ανάκαμψη της λιγνιτικής παραγωγής και αξιοποίηση του καυσίμου στο εγχώριο μίγμα ηλεκτροπαραγωγής οδήγησε την συνεισφορά του λιγνίτη στο 11% το 2022, σε σύγκριση με το 9% το 2021, με στόχο να αυξηθεί περαιτέρω τους πρώτους μήνες του 2023, αν το απαιτήσουν οι συνθήκες.
Ωστόσο, ο διπλασιασμός της ηλεκτροπαραγωγής από λιγνίτη το 2022 αποδείχθηκε μη επιτεύξιμος στόχος και αντιστοίχως ήταν αμελητέα η συνεισφορά του στη συγκράτηση των τιμών. Τα πράγματα αναμένεται να εξελιχθούν καλύτερα το 2023, καθώς η εμπορική λειτουργία της νέας λιγνιτικής µμονάδας «Πτολεµαΐδα V» θα βοηθήσει σημαντικά, προσθέτοντας στο λιγνιτικό δυναμικό της ∆ΕΗ ισχύ 660 MW. Με την συγκεκριμένη μονάδα να λειτουργεί με πολύ μεγαλύτερη απόδοση σε σύγκριση με τις υφιστάμενες μονάδες και με αρκετά μειωμένες εκπομπές.
Απαραίτητη κρίνει τη λειτουργία της συγκεκριμένης μονάδας μέχρι το 2028 µε λιγνίτη και από το 2031 µε φυσικό αέριο και ο Α∆ΜΗΕ στη μελέτη επάρκειας του συστήματος 2025- 2035. Η βιωσιμότητα της νέας µμονάδας «Πτολεµαΐδα V» αμφισβητήθηκε έντονα στην προ κρίσης περίοδο και η ∆ΕΗ είχε σχεδιάσει τη λειτουργία της από το 2025 µε φυσικό αέριο, που όμως θεωρείται μία λίαν αντιοικονομική λύση. Η έλευση, όμως, της ενεργειακής κρίσης ανέτρεψε τα θεμελιώδη της αγοράς σε σχέση µε τα κόστη φυσικού αερίου και λιγνίτη. Η λειτουργία της, στον βαθμό που δεν αντιμετωπίσει προβλήματα προμήθειας καυσίμου που θα επηρεάσουν την αποδοτικότητά της, αναμένεται να ενισχύσει σημαντικά το ηλεκτρικό σύστημα της χώρας τα αμέσως επόμενα χρόνια.
Ωστόσο, η ανεπάρκεια καυσίμου φαίνεται ότι ήταν ο παράγοντας που κράτησε σε χαμηλά επίπεδα την ηλεκτροπαραγωγή από λιγνίτη το 2022. Σύμφωνα με πληροφορίες, η ∆ΕΗ απέφευγε να χρησιμοποιήσει λιγνίτη για να µην εκλείψει σε περίπτωση βαρυχειμωνιάς, που το σύστημα θα έχει ανάγκη τον λιγνιτικό της στόλο για να αντέξει