Μενού Ροή
Τι προβλέπει το αναθεωρημένο ΕΣΕΚ για χερσαία αιολικά και φωτοβολταικά - Γιατί αυξάνει την ηλεκτροπαραγωγή από φυσικό αέριο

Σε τροχιά οριστικοποίησης έχει θέσει η νέα πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας το αναθεωρημένο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ). Περιλαμβάνει σημαντικές αλλαγές, όπως η αναθεώρηση των στόχων για το ποσοστό των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή στο 79% (από 80% αρχικά), στην θέρμανση-ψύξη στο 46% (από 48% προηγουμένως) και στις μεταφορές στο 29% (από 32% που ήταν η αρχική στόχευση και μόλις 4% που ήταν το αντίστοιχο ποσοστό του 2021).

Το προσχέδιο του κειμένου δόθηκε πρόσφατα στους φορείς της ενεργειακής αγοράς μαζί με τυποποιημένη φόρμα για την υποβολή των σχολίων τους έως τις 25 Αυγούστου, ώστε από την επεξεργασία και την ενσωμάτωση των σχολίων να προκύψει το κείμενο που θα σταλεί μέσα στο φθινόπωρο στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και θα τεθεί σε δημόσια διαβούλευση.

Υπενθυμίζεται ότι η πρώτη εκδοχή των βασικών παραδοχών του νέου ΕΣΕΚ που θα αντικαταστήσει το προηγούμενο (που τέθηκε σε ισχύ το 2020)  ως βασικό εργαλείο διαμόρφωσης της εθνικής πολιτικής για την Ενέργεια και το Κλίμα την επόμενη δεκαετία, πρωτοπαρουσιάστηκαν στις αρχές του έτους.

Αυξημένες χερσαίες ΑΠΕ

Σύμφωνα με το κείμενο του ΕΣΕΚ, έως το τέλος της δεκαετίας θα έχουν εγκατασταθεί ακόμα 11 GW χερσαίων αιολικών και φωτοβολταϊκών, με την «πράσινη» εγκατεστημένη ισχύ να ανέρχεται στα 23,5 GW (έναντι αρχικού στόχου για 24,3 GW), αλλά σε κάθε περίπτωση υπερδιπλάσια σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα.   Η ραγδαία διείσδυση των ΑΠΕ συνοδεύεται και με εγκατάσταση μονάδων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες και αντλησιοταμιευτικών), συνολικής ισχύος 5,3 GW (έναντι 7,8 GW που προδιέγραφαν οι αρχικοί σχεδιασμοί.

Το αναθεωρημένο ΕΣΕΚ προβλέπει αύξηση της ισχύος των μονάδων ηλεκτροπαραγωγής από φυσικό αέριο  σε 7,7 GW (από 5,3 GW σήμερα), μια παραδοχή που «περικλείει» τις τρεις μεγάλες μονάδες που βρίσκονται σε ώριμη φάση, την μονάδα του Αγίου Νικολάου της MYTILINEOS (που βρίσκεται ήδη σε δοκιμαστική λειτουργία), τη μονάδα των ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ και Motor Oil στην Κομοτηνή και αυτή των ΔΕΗ-ΔΕΠΑ και Ομίλου Κοπελούζου στην Αλεξανδρούπολη.

Ταυτόχρονα, θολώνει τον ορίζοντα για το μέλλον της νέας λιγνιτικής μονάδας της ΔΕΗ Πτολεμαϊδα 5 (που επίσης βρίσκεται σε δοκιμαστική λειτουργία), για την οποία ξεκάθαρα αναφέρεται ότι  «Μετά την 31η Δεκεμβρίου 2028 δεν θα μπορεί να παράγει ούτε η νέα μονάδα λιγνίτη στην Πτολεμαΐδα». Το κείμενο επαναλαμβάνει τον στόχο απόσυρσης όλων των λιγνιτικών μονάδων έως το 2028 που αποτελεί εξάλλου και μια από τις κεντρικές δεσμεύσεις του Εθνικού Κλιματικού Νόμου.

Οι εκτιμήσεις για το κόστος της ενέργειας

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες είναι οι εκτιμήσεις του κειμένου του ΕΣΕΚ για την πορεία του κόστους της ενέργειας τα επόμενα χρόνια, καθώς  προβλέπεται ότι η ενεργειακή μετάβαση θα επιφέρει σε βάθος χρόνου μείωση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας για τους καταναλωτές, αρχής γενομένης από την τρέχουσα δεκαετία.

Πιο συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι η μέση τιμή της μεγαβατώρας για τον τελικό καταναλωτή θα διαμορφωθεί στα 132,6 ευρώ ανά Μεγαβατώρα το 2030.  Την ίδια στιγμή, όμως, εκτιμάται ότι οι απαιτούμενες επενδύσεις για την πράσινη μετάβαση την επόμενη δεκαετία (από τα δίκτυα ηλεκτρισμού έως την ανάπτυξη αλυσίδας παραγωγής για υδρογόνο και ανανεώσιμα αέρια και από την ηλεκτροκίνηση έως την διείσδυση των αντλιών θερμότητας) θα ανέλθουν στα 165 δις. ευρώ, εκ των οποίων τα 76 δισ. αφορούν καταναλωτικές δαπάνες των νοικοκυριών, για την αναβάθμιση των κατοικιών και του  οικιακού εξοπλισμού τους.

Θωρακίζεται η χώρα

Όπως υπογραμμίζεται στο κείμενο, εκτός από τη μείωση της τιμής ρεύματος, η προέλαση των ΑΠΕ θα «θωρακίσει» τη χώρα από κρίσεις των τιμών ενέργειας που οφείλονταν σε διεθνείς γεωπολιτικούς παράγοντες, όπως η πρόσφατη εκτίναξη του κόστους του αερίου. Επίσης, θα μειωθεί η ενεργειακή εξάρτηση, με την ασφάλεια εφοδιασμού να εξαρτάται από την τεχνική αξιοπιστία και επάρκεια των εγχώριων ενεργειακών συστημάτων και όχι από γεωπολιτικούς παράγοντες.

Ωστόσο,  για να πάρουν «σάρκα και οστά» τα πλεονεκτήματα αυτά απαιτούνται σημαντικοί πόροι και υψηλή συνεισφορά του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, αλλά και των νοικοκυριών. Όπως προαναφέρθηκε τα κόστη για ανακαίνιση των κατοικιών, για την αγορά νέων ενεργειακών συσκευών (π.χ. αντλιών θερμότητας για θέρμανση) και αποδοτικού εξοπλισμού, καθώς και νέα μεταφορικά μέσα (ηλεκτρικά Ι.Χ.) που θα επωμιστούν τα νοικοκυριά  υπολογίστηκε στα 76 δις. ευρώ. Καθώς οι καταναλωτικές δαπάνες επιβαρύνουν περισσότερο τα νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα,  η ανάληψη δράσεων για την επιδότηση και τη διευκόλυνση πρόσβασης στη χρηματοδότηση των νοικοκυριών χαμηλής και μεσαίας εισοδηματικής κατηγορίας καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική τα επόμενα χρόνια.

«Η έκταση της προσπάθειας εξοικονόμησης ενέργειας των νοικοκυριών χρειάζεται σημαντική διεύρυνση των εισοδηματικών κριτηρίων που εφαρμόζουν οι μηχανισμοί στήριξης και χρηματοδοτικής διευκόλυνσης, ενώ παράλληλα διατηρείται και ενισχύεται η στήριξη των ευάλωτων νοικοκυριών ιδίως για τις ανακαινίσεις και την αγορά προηγμένων συσκευών. Η φροντίδα για την αντιμετώπιση της ενεργειακής ένδειας παραμένει και διευρύνεται με την ένταξη της στήριξης για συσκευές και οχήματα χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος και ενεργειακής κατανάλωσης. Κρίσιμο ρόλο θα διαδραματίσει η χρηματοδότηση των αυξημένων δαπανών των νοικοκυριών για ανακαινίσεις και την αγορά διαρκών αγαθών προηγμένης τεχνολογίας. Μέτρα σε συνεργασία με τον τραπεζικό τομέα που θα διευκολύνουν την χρηματοδότηση θα έχουν κρίσιμη σημασία»,  τονίζεται μεταξύ άλλων στο κείμενο του ΕΣΕΚ.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας